γεωργία /ʝe.or.ʝiˈa/ Noun
- English
- agriculture
- Español
- agricultura
Example
- Ο αριθμός των ανθρώπων που απασχολούνται στη [γεωργία] έχει μειωθεί την τελευταία δεκαετία.
- The number of people employed in agriculture has fallen in the last decade.
- Εδώ τονίζεται ο κλάδος ως σύνολο.