Ιδιοκτησία /i.ðio.ktiˈsi.a/ Noun

English
ownership
Español
la titularidad

Example

  • Η εταιρεία διεκδικεί την ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ του λογισμικού. (Η νομική κατοχή / Η αποκλειστική κυριότητα / Η ιδιοποίηση)
  • The company claims ownership of the software.
  • Εδώ τονίζεται το νομικό πλαίσιο και τα δικαιώματα.