ίντσα /ˈint͡sa/ Noun
- English
- inch
- Español
- pulgada
Example
- Το χιόνι έπεφτε με ρυθμό ίντσας όλη τη νύχτα. [Σιγά-σιγά / Αργά / Σταγόνα-σταγόνα] — της ίντσας
- The snow fell by the inch all night.
- Η έκφραση 'με την ίντσα' (by the inch) είναι άμεση μεταφορά.