κακό /kaˈko/ Adjective

English
evil
Español
malvado

Example

  • Η αστυνομία περιέγραψε τον δολοφόνο ως έναν απελπισμένο και **κακό** άνθρωπο.
  • Police described the killer as a desperate and evil man.
  • Εδώ το 'κακός' είναι η πιο άμεση και συνηθισμένη μετάφραση.