Κανονισμός /ka.no.niˈzmos/ Noun

English
regulation
Español
normativa

Example

  • Ο νέος κανονισμός απαιτεί από όλους τους εργαζόμενους να φορούν μάσκες.
  • The new regulation requires all employees to wear masks.
  • Εδώ το 'κανονισμός' είναι η πιο ταιριαστή λέξη για επίσημο έγγραφο.