Καταπληκτικό /ˈstʌnɪŋ/ Adjective
- English
- stunning
- Español
- deslumbrante
Example
- Δείχνεις απόλυτα **καταπληκτική** με αυτό το φόρεμα!
- You look absolutely stunning in that dress!
- Το 'καταπληκτική' (θηλυκό) είναι η πιο άμεση και ζεστή επιλογή για εμφάνιση.