Κατανάλωση /ka.ta.naˈlo.si/ Noun
- English
- consumption
- Español
- consumo
Example
- Η ενεργειακή [κατανάλωση] (χρήση / απορρόφηση / εξάντληση) της χώρας διπλασιάστηκε σε μια δεκαετία.
- The country's energy consumption has doubled in a decade.
- Εδώ η 'κατανάλωση' είναι ο καθιερωμένος όρος για ενέργεια.