κίτρινο /ciˈtrino/ Adjective

English
yellow
Español
amarillo

Example

  • Φόρεσε ένα πολύ [κίτρινο] φόρεμα στο πάρτι.
  • She wore a bright yellow dress to the party.
  • Το 'κίτρινο' είναι το βασικό χρώμα.