κλαίω /klɛ́o/ Verb

English
cry
Español
llorar

Example

  • Μην κλαις, όλα θα πάνε καλά.
  • Don't cry; everything will be okay.
  • Εδώ χρησιμοποιείται το 'κλαίω' στον ενεστώτα, προστακτική.