κλοπή /kloˈpi/ Noun

English
theft
Español
robo

Example

  • Το κατάστημα ανέφερε σημαντική αύξηση στις περιπτώσεις ληστείας/κλοπής [αρπαγή / υφαρπαγή / αφαίρεση] — της μικροκλοπής.
  • The store reported a significant increase in shoplifting theft.
  • Στην καθομιλουμένη, η μικροκλοπή είναι το 'shoplifting'.