Ξέρω /ˈkse.ro/ Verb

English
know
Español
saber / conocer

Example

  • Κανείς δεν [ξέρω] την απάντηση στο μυστήριο.
  • No one knows the answer to the mystery.
  • Χρησιμοποιούμε το 'ξέρω' για γενική γνώση.