Λόγος /ˈloɣos/ Noun

English
word
Español
palabra

Example

  • Δεν κατάλαβα ούτε μία **λέξη** του (απόλυτη / ακατανόητη / σιωπηλή) — η ομιλία του ήταν μπερδεμένη.
  • Do not write more than 200 words.
  • Η λέξη 'απόλυτη' εδώ τονίζει την πλήρη έλλειψη κατανόησης.