Τρόμος /ˈtɾomos/ Noun

English
horror
Español
terror

Example

  • Η σκέψη να μείνει μόνη της την γέμισε **τρόμο**.
  • The thought of being left alone filled her with horror.
  • Εδώ ο τρόμος είναι το αποτέλεσμα μιας σκέψης.