Συμπαραστέκομαι / Βόλτα /raɪd/ Verb

English
ride
Español
montar

Example

  • Έμαθα να [καβαλάω] (ιππεύω/οδηγώ/ταξιδεύω) από παιδί.
  • I learnt to ride as a child.
  • Το 'καβαλάω' είναι πιο προσωπικό για ζώα/ποδήλατα.