Διάχυτος /pændaˈxu paˈrɛn/ Ευρύχωρος
- English
- ubiquitous
- Español
- generalizado
Example
- Η ρύπανση από πλαστικά έχει γίνει [πανταχού παρούσα] στους ωκεανούς μας.
- Plastic waste has become ubiquitous in our oceans.
- Το «πανταχού παρών» κλίνεται ανάλογα με το γένος του ουσιαστικού (π.χ. παρούσα, παρόν).