παραγωγή /paraˈʝoʝi/ NounEnglishproductionEspañolproducciónExampleΗ εταιρεία αύξησε την [παραγωγή] (δημιουργία / εκτέλεση / απόδοση) πετρελαίου.The factory has increased its oil production.Εδώ τονίζεται η ποσοτική αύξηση της διαδικασίας.