πληκτρολόγιο /pliktrolóʝo/ Noun

English
keyboard
Español
teclado

Example

  • Η εφαρμογή κλειδώνει το [πληκτρολόγιο] μέχρι να δοθεί ο κωδικός πρόσβασης.
  • The program locks the keyboard until a password is given.
  • Το 'κλειδώνει' (perfective) δείχνει την ολοκληρωμένη ενέργεια.