πολίτης /poliˈtis/ Adjective
- English
- civilian
- Español
- civil
Example
- Επέστρεψε στην πολιτική ζωή μετά τη θητεία του. (Επέστρεψε στην [πολιτική ζωή] — του [πολίτη] / [αστού] — μετά τη θητεία του.)
- He returned to civilian life after his service.
- Η φράση 'πολιτική ζωή' είναι η πιο φυσική απόδοση του 'civilian life'.