πολυπλοκότητα /poliplokótitɑ/ Noun
- English
- complexity
- Español
- complejidad
Example
- Η **πολυπλοκότητα** (δυσκολία / σύγχυση / μπερδεμένο) του ανθρώπινου εγκεφάλου παραμένει μυστήριο.
- The complexity of the human brain remains a mystery.
- Εδώ τονίζει την εσωτερική δομή και το άγνωστο.