πολύς κόσμος /poˈlis ˈkosmos/ Adjective

English
crowded
Español
abarrotado

Example

  • Περάσαμε δύσκολα μέσα στους πολυσύχναστους δρόμους.
  • We made our way through the crowded streets.
  • Η λέξη 'πολυσύχναστος' ταιριάζει τέλεια σε δρόμους και πλατείες.