Συμπαθητικός/ή Συμπαθητικός/ή AdjectiveEnglishprettyEspañolbonito/aExampleΦόρεσε ένα όμορφο φλοράλ φόρεμα στο πάρτι κήπου.She wore a pretty floral dress to the garden party.Το 'όμορφο' εδώ είναι η πιο φυσική επιλογή.