Δημοφιλής / Υψηλού Προφίλ /ˌhaɪ ˈproʊfaɪl/ Adjective

English
high-profile
Español
de alto perfil

Example

  • Η εταιρεία [Προβεβλημένος] (Διεθνής / Κεντρικός / Σημαντικός) μια συγχώνευση πέρυσι.
  • The firm handled a high-profile merger last year.
  • Στα ελληνικά, το 'προβεβλημένος' ταιριάζει άψογα σε επιχειρηματικό πλαίσιο.