Προσεκτικός /pro.se.kˈti.kos/ Προσεκτικός
- English
- careful
- Español
- tener cuidado
Example
- Να είσαι **προσεκτικός** (Σκεπτικός / Επιμελής / Φροντισμένος) όταν διασχίζεις τον δρόμο.
- Be careful when you cross the street.
- Η πιο συνηθισμένη έκφραση για την καθημερινή προειδοποίηση.