Πρόθυμος /ˈkiːn/ ΕπίθετοEnglishkeenEspañoltener muchas ganas deExampleΟ Γιάννης ήταν πολύ [Πρόθυμος] να βοηθήσει με το έργο.John was very keen to help with the project.Εδώ τονίζεται η προθυμία για δράση.