προτίμηση /pɾoˈtimisi/ Noun

English
preference
Español
preferencia

Example

  • Έχω μια έντονη προτίμηση (επιλογή / προτίμηση / προτίμηση) για τα πικάντικα φαγητά.
  • I have a preference for spicy food.
  • Το «έντονη» τονίζει το βάθος της επιλογής.