Ρίζα /ˈriza/ NounEnglishrootEspañolraízExampleΟι ρίζες (πρόγονοι/βάση/πηγή) της δέντρου απλώνονται βαθιά στο χώμα.The tree's roots spread deep into the soil.Εδώ η λέξη είναι κυριολεκτική, αλλά η δομή της πρότασης είναι ζεστή.