σχήμα /ˈsçima/ Noun

English
shape
Español
forma

Example

  • Τα μπισκότα κόπηκαν στο σχήμα των αστεριών.
  • The cookies were cut into the shape of stars.
  • Εδώ το σχήμα είναι η τελική, ορατή μορφή.