Σενάριο /seˈna.ri.o/ NounEnglishscriptEspañolguionExampleΟ σκηνοθέτης έκανε αρκετές αλλαγές στο [σενάριο] (διάλογος/πλοκή/δομή) της ταινίας.The director made several changes to the script.Στον κινηματογράφο, το 'σενάριο' είναι η μαγική λέξη.