Σκαρφαλώνω /skarˈfalono/ Verb
- English
- climb
- Español
- escalar
Example
- Τα παιδιά λατρεύουν να **σκαρφαλώνουν** (ανεβαίνουν / ανεβαίνουν / ανεβαίνουν) το παλιό βελανιδιά στο πάρκο.
- The children love to climb the old oak tree in the park.
- Το σκαρφάλωμα στα δέντρα είναι μια κλασική παιδική ανάμνηση.