Σκέφτομαι /ˈskef.to.me/ Noun
- English
- thinking
- Español
- pensamiento
Example
- Έπρεπε να κάνω γρήγορη [Σκέψη / διανόηση / λογική] για να αποφύγω το ατύχημα.
- I had to do some quick thinking to avoid the accident.
- Η «γρήγορη σκέψη» είναι η πιο φυσική έκφραση.