Αιτιολόγηση /et͡ɕoloyˈʝisi/ Noun
- English
- reasoning
- Español
- el razonamiento
Example
- Ποιο είναι το [αιτιολόγηση / σκεπτικό / λογική] πίσω από αυτή την απόφαση;
- What is the reasoning behind this decision?
- Εδώ το 'σκεπτικό' είναι το πιο ζεστό και φυσικό.