Σκοπεύω /skopévo/ Verb
- English
- intend
- Español
- tener la intención de
Example
- Τελειώσαμε αργότερα απ’ ό,τι **σκοπεύαμε**.
- We finished later than we had intended.
- Το «σκοπεύω» (ατελής) ταιριάζει τέλεια στην αναφορά σε μια συνεχιζόμενη ή παρελθοντική πρόθεση.