Σοβαρός /so.vaˈros/ Adjective
- English
- serious
- Español
- serio
Example
- Η εταιρεία αντιμετωπίζει **σοβαρή** (αξιοσημείωτη / κρίσιμη / μεγάλη) απειλή από νέους ανταγωνιστές.
- The company faces a serious threat from new competitors.
- Εδώ τονίζεται ο κίνδυνος.