Σημείο / Εντοπίζω /spɔt/ Noun
- English
- spot
- Español
- punto / sitio
Example
- Η λεοπάρδαλη έχει σκούρα στίγματα στο τρίχωμά της. [στίγμα / κηλίδα / σημάδι] — Η λεοπάρδαλη έχει σκούρα στίγματα στο τρίχωμά της.
- The leopard has dark spots on its fur.
- Το «στίγμα» είναι η πιο φυσική επιλογή για φυσικά μοτίβα.