συχνός /siˈxnos/ Επαναλαμβανόμενος
- English
- frequent
- Español
- frecuente
Example
- Είναι [συχνός επισκέπτης] σε αυτό το καφέ, σχεδόν καθημερινά.
- He is a frequent visitor to this country.
- Το 'επισκέπτης' (visitor) είναι ουσιαστικό, το 'συχνός' το προσδιορίζει.