Μπερδεμένο /berˈðe.me.nos/ Adjective

English
confusing
Español
confuso

Example

  • Οι νέοι φορολογικοί νόμοι είναι εξαιρετικά μπερδεμένοι (αποπροσανατολιστικοί / δυσνόητοι).
  • The new tax forms are incredibly confusing.
  • Το 'εξαιρετικά' τονίζει την ένταση της σύγχυσης.