τάση /ˈta.si/ Noun

English
trend
Español
tendencia

Example

  • Οι [τάσεις] (μόδα / κατεύθυνση / ρεύμα) των social media αλλάζουν με ιλιγγιώδη ταχύτητα.
  • Social media trends change rapidly.
  • Η 'τάση' είναι ο πιο ουδέτερος και συχνός όρος.