θάλασσα /θá.la.sa/ NounEnglishseaEspañolmarExampleΗ ρύπανση έπεσε στη [θάλασσα] (ακτή / υδάτινη έκταση / ωκεανός).The waste was dumped in the sea.Η 'θάλασσα' είναι η πιο κοινή λέξη.