Μονιμότητα /moniˈmotita/ Noun
- English
- tenure
- Español
- plaza fija / cargo vitalicio
Example
- Η τετραετής του [θητεία] ως πρόεδρος ήταν εξαιρετικά παραγωγική.
- His four-year tenure as president was highly productive.
- Εδώ η 'θητεία' καλύπτει το χρονικό διάστημα.