Τηλεόραση /ti.le.oˈra.si/ Noun

English
tv
Español
la tele

Example

  • Περάσαμε το βράδυ βλέποντας τηλεόραση.
  • We spent the evening watching TV.
  • Η λέξη «τηλεόραση» λειτουργεί και ως μέσο και ως συσκευή.