τιμή /tiˈmi/ Noun

English
price
Español
el precio

Example

  • Η **τιμή** του χρυσού ανέβηκε σημαντικά φέτος.
  • The price of gold has risen significantly this year.
  • Η 'τιμή' είναι η πιο συνηθισμένη λέξη για χρηματική αξία.