Χαλί /xaˈli/ Noun
- English
- carpet
- Español
- alfombra
Example
- Πέρασε όλο το πρωί στρώνοντας το καινούργιο [το χαλί] (το τάπητας / η μοκέτα / το χαλί) του σπιτιού.
- He spent the morning laying the new carpet.
- Το 'χαλί' είναι η πιο κοινή λέξη για όλα τα είδη.