τοπικός /to.piˈkos/ Adjective
- English
- local
- Español
- cercano
Example
- Οι τοπικοί άρχοντες (ο δήμαρχος / ο περιφερειάρχης / ο νομάρχης) διαμαρτύρονται για τον νέο δρόμο.
- Local residents are protesting the new road.
- Η λέξη 'άρχοντες' δίνει βάρος στην εξουσία.