τραγουδώ /tra.ɣuˈðo/ Verb

English
sing
Español
cantar

Example

  • Της αρέσει να [τραγουδάει] (μελωδεί / άσματα λέει / ψάλλει) στην εκκλησιαστική χορωδία κάθε Κυριακή.
  • She loves to sing in the church choir every Sunday.
  • Το 'τραγουδάει' είναι η πιο φυσική επιλογή εδώ.