Βαμβάκι /vɑmˈba.ci/ NounEnglishcottonEspañolalgodónExampleΠροτιμά να φοράει ρούχα από [βαμβάκι] τον καλοκαιρινό καύσωνα.She prefers wearing cotton in the summer heat.Η λέξη 'βαμβάκι' είναι η μόνη που χρησιμοποιείται για το υλικό.