παλαίμαχος /paˈlɛmaxos/ Ουσιαστικό

English
veteran
Español
veterano/a

Example

  • Ο **βετεράνος** ηθοποιός χάρισε μια συγκλονιστική ερμηνεία. (Ο **παλαίμαχος** / Ο **έμπειρος**)
  • The veteran actor gave a stunning performance.
  • Εδώ τονίζεται η μακρά καριέρα και η αναγνώριση.