βιώσιμο /viˈsɪmo/ Adjective

English
viable
Español
factible

Example

  • Η εταιρεία χρειάζεται μια [βιώσιμη] στρατηγική για να ανταγωνιστεί.
  • The company needs a viable strategy to compete.
  • Εδώ τονίζεται η μακροπρόθεσμη επιβίωση της επιχείρησης.