Ενίσχυση /eɪd/ NounEnglishaidEspañolasistencia / ayudaExampleΗ χώρα βασίζεται πολύ στην ξένη βοήθεια (αρωγή / συμπαράσταση / αρωγή).The country relies heavily on foreign aid.Η «αρωγή» είναι πιο επίσημη και συχνά αφορά υλική βοήθεια.