βουλευτικός /vu.lefˈti.kos/ Adjective
- English
- congressional
- Español
- del congreso
Example
- Η Βουλευτική (κογκρεσιανικός/κογκρεσιανική/κογκρεσιανικό) επιτροπή συναντήθηκε για να συζητήσει το νέο νομοσχέδιο.
- The congressional committee met to discuss the new bill.
- Το «Βουλευτικός» είναι πιο γενικό, το «Κογκρεσιανικός» πιο άμεσο για τις ΗΠΑ.