επιδεινώνομαι /epiðe̯i̯nó̱no̱me̞/ Ρήμα

English
deteriorate
Español
deteriorarse

Example

  • Η υγεία της [χειροτερεύει / αλλοίωση / φθορά] ραγδαία μετά την επέμβαση.
  • Her health deteriorated rapidly after the surgery.
  • Εδώ τονίζεται η ταχύτητα της αρνητικής εξέλιξης.